δελφάκειος

δελφάκ-ειος [pron. full] [ᾰ], ον,
A of a δέλφαξ, πλευρὰ δ. ribs of pork, Pherecr. 108.16, cf. Alex.124.2;

ζωμός Dieuch.

ap. Orib.4.6.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δελφάκειος — δελφάκειος, ον (Α) [δέλφαξ] ο χοιρινός …   Dictionary of Greek

  • δελφάκειον — δελφάκειος of a masc/fem acc sg δελφάκειος of a neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελφάκεια — δελφάκειος of a neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελφάκει' — δελφάκεια , δελφάκειος of a neut nom/voc/acc pl δελφάκειε , δελφάκειος of a masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.